
Κυματίζει το λάβαρο της στην ψυχή σου μέσα. Φροντίζεις. Να μην συννεφιάζει ο ουρανός εκεί. Μπορείς να γεμίζεις μπλε την ωραιότερη εικόνα.


Κυματίζει το λάβαρο της στην ψυχή σου μέσα. Φροντίζεις. Να μην συννεφιάζει ο ουρανός εκεί. Μπορείς να γεμίζεις μπλε την ωραιότερη εικόνα.


Κάποια ημέρα δεν ανήκει. Χάνεται ο χρόνος. Εγωιστικά της αλλάζεις όνομα. Κι ας μοιάζει Δευτέρα για τον κόσμο. Εσυ ξέρεις. Ζητάς να μάθει. Αυτή.


Δίπλα – δίπλα. Μοιράζεσαι. Αφήνεσαι να ακουμπά πάνω σου. Απορείς. Πως κυλά ο χρόνος χωρίς αυτή.


Πρόλαβες. Να ακούσεις ξανά. Ανάσες διάσπαρτες λέξεις. Χωριστές. Χαϊδεύουν το αυτί. Μπορούν. Να φυσούν ζωή.


Τικ τακ ο χρόνος περνά. Τικ τακ χωρίς να κοιτά. Μπορείς να παγώσεις τα θέλω. Να μην ομολογείς το όνειρο. Μπορείς να συνεχίσεις να κάνεις πως ζεις. Μα δεν παύεις να γεμίζεις λέξεις τις σιωπές.


Μαζεμένες προσοχές. Τα μάτια δεν χορταίνουν να γράφουν. Εικόνες. Χαρίζονται στο φως της ημέρας. Προσθέτουν την χάρη τους. Τυχερός άτυχος. Γυρνάς γύρω τους. Ξέρεις να συντροφεύεις την σιωπή. Ντυμένος σεβασμό για το δώρο. Αποδέκτης ξεχωριστού προνομίου. Την συνάντησες.


Κάνεις τις νύχτες βιβλία. Σελίδες χάνονται σε μάτια που δεν χορταίνουν. Διαβάζεις εικόνα. Μεθάς να ζεις σε χρόνο που δεν φτάνει.


Κουβαλάς όνειρα. Αρνείσαι τα όρια. Κάνεις την βόλτα. Δική σου. Εύκολα αδιαφορείς. Σημαδεύεις. Πληγές φυτρώνουν παντού. Δεν σβήνουν τα χρώματα. Ευτυχώς.


Ενθάρρυνση ψάχνεις. Βουτάς. Μια σιωπή σβήνει το φως. Κάθε ημέρα ρουφάει την ενέργεια σου. Αδιάφορη η ζωή. Δεν νοιάζεται για το μετά. Εσύ;