
Αλλάζει τον ρυθμό. Κρατιέσαι σε απόσταση από τα χθες. Δεν αγωνιάς για τα αύριο. Αφουγκράζεσαι τους ήχους των βημάτων σου. Κάποια στιγμή μετράς τις ανάσες της. Μουσική σε συντροφεύει για λίγο. Ήχοι. Ονειρεύεσαι ζωή.


Αλλάζει τον ρυθμό. Κρατιέσαι σε απόσταση από τα χθες. Δεν αγωνιάς για τα αύριο. Αφουγκράζεσαι τους ήχους των βημάτων σου. Κάποια στιγμή μετράς τις ανάσες της. Μουσική σε συντροφεύει για λίγο. Ήχοι. Ονειρεύεσαι ζωή.


Επιθυμία εναντίον της. Απάτητο κάστρο. Αντέχει. Την πίστη σου καίει. Δική της φωτιά. Θυσία ζητά.


Σπάει την σιωπή. Διαλέγει χρόνο. Τις λέξεις επιστρατεύει. Κομπάρσοι αυτές. Απόλεμοι στρατιώτες. Δεν κρατούν γραμμή άμυνας. Πόλεμος ακήρυχτος. Μαίνεται για χρόνια.


Η εικόνα του ίδια με την πρώτη. Στέκεται όρθιος σε πείσμα των κομπάρσων γύρω του. Τους κατάλαβε όπως τον κατάλαβαν. Ξέρει. Tα καρπερά δέντρα κοπανάνε. Έγινε σημείο αναφοράς και θα μείνει στοιχειώνοντας τις αντιγραφές. Κέρδισε άγνωστος αγνώστους. Χάρισμα ανθρώπινα σπάνιο. Συσπείρωσε κι εκείνους που εύκολα αυτοδυσφημίστηκαν θύματα εικόνας που μάσκα φορά.
Σερνικός. Η λέξη ντύνει τον άνθρωπο και όχι το φύλο του. Η στάση ζωής που χαίρεσαι να συναντάς.


Δεν ψάχνεις τα σημάδια της. Άηχες συμφωνίες δεμένες πόθο. Ξημερώνουν κάτω από τον ίδιο ουρανό.


Αφιερώνεις χρόνο κοιτώντας την. Ποτέ δεν κερδίζεις την εικόνα. Ζητάς περισσότερο. Εκείνη. Σου χάρισε ένα σ’ αγαπώ.


Σαν τις καλοκαιρινές εκείνες ημέρες που βουτάς στην θάλασσα. Βγάζεις το κεφάλι σου από το νερό. Μυρίζεις καρπούζι. Κολλάει σαν χαλκομανία η εικόνα στο μυαλό σου. Μένει το άρωμα. Έτσι. Όπως θυμάσαι τον μεγάλο σου έρωτα. Είσαι.


Τελειώνεις ένα βιβλίο. Δαπάνη που χαϊδεύει. Νιώθεις γενναίος. Έκανες υπομονή. Αγάπησες λέξεις. Έπλασες ιστορία. Χάρηκες. Διψάς να δεις στα μάτια της. Τις λέξεις σου.